FUV Channel by Theo Tountas

MEDIA · ΕΡΕΥΝΑ · ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Θεματολογίες
← Τεχνικές ιστορίες

FUV CHANNEL · Τεχνικές ιστορίες

Πώς μετατρέπουμε σε κατηγορία Α+ ένα διαμέρισμα του 1976 στην Αθήνα

Παθητικός σχεδιασμός, αεροστεγανότητα και ελεγχόμενος αερισμός σε ένα υφιστάμενο αθηναϊκό κτίριο

Πώς μετατρέπουμε σε κατηγορία Α+ ένα διαμέρισμα του 1976 στην Αθήνα

Η επανάχρηση του αθηναϊκού κτιριακού αποθέματος

Ένα διαμέρισμα του 1976 στο κέντρο της Αθήνας μετατράπηκε σε κατοικία ενεργειακής κατηγορίας Α+ χωρίς να χαθεί ο χαρακτήρας της πολυκατοικίας. Η επέμβαση απέδειξε ότι τα κτίρια του αθηναϊκού μοντερνισμού δεν είναι παρωχημένα: η καθαρή δομή, οι σχετικά απλές τοιχοποιίες και η δυνατότητα προσαρμογής τους επιτρέπουν ουσιαστική αναβάθμιση με σημερινά κριτήρια άνεσης και κατανάλωσης.

Ο σχεδιασμός ακολούθησε πρώτα τις παθητικές αρχές. Μειώθηκαν οι θερμικές απώλειες, ελέγχθηκαν οι διαρροές αέρα και εξασφαλίστηκε σταθερή ανανέωση του εσωτερικού αέρα. Τα συστήματα θέρμανσης και ψύξης επιλέχθηκαν στη συνέχεια, πάνω σε ένα κέλυφος με ήδη περιορισμένες ανάγκες.

Κουφώματα και υαλοπίνακες ανά προσανατολισμό

Τα συρόμενα χωνευτά κουφώματα καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από ανοιγόμενα συνθετικά πλαίσια με διπλό διάκενο και τριπλούς υαλοπίνακες. Η επιλογή των κρυστάλλων δεν έγινε με μία ενιαία προδιαγραφή για όλες τις όψεις. Κάθε άνοιγμα μελετήθηκε σύμφωνα με τον προσανατολισμό και τη σκίαση που δέχεται.

Στη βόρεια πλευρά, όπου δεν υπάρχει άμεση ηλιακή επιβάρυνση, επιλέχθηκε υαλοπίνακας χωρίς περιττή ηλιοπροστασία, με καλύτερη θερμομονωτική συμπεριφορά και μεγαλύτερη είσοδο φυσικού φωτός. Η ίδια λογική εφαρμόστηκε σε κάθε πλευρά, ώστε το κρύσταλλο, που αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του κουφώματος, να υπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες της όψης.

Θερμομόνωση χωρίς αλλοίωση της όψης

Το διάκενο πάχους 14 cm της υφιστάμενης τοιχοποιίας πληρώθηκε με παρθένο ορυκτοβάμβακα. Η τεχνική επέτρεψε να διατηρηθεί η αρχιτεκτονική όψη της πολυκατοικίας και απέφυγε το κόστος μιας εξωτερικής θερμοπρόσοψης αντίστοιχου πάχους. Τα δομικά στοιχεία παρέμειναν ως θερμογέφυρες, μια συνειδητή και αποδεκτή επιλογή για το συγκεκριμένο κλίμα και το υφιστάμενο κτίριο.

Η υπολογισμένη ετήσια ενεργειακή απαίτηση διαμορφώθηκε περίπου στις 26 kWh ανά τετραγωνικό μέτρο. Μια νέα κατασκευή θα μπορούσε να πλησιάσει τις 9 kWh ανά τετραγωνικό μέτρο, όμως η επίδοση του ανακαινισμένου διαμερίσματος θεωρήθηκε ιδιαίτερα υψηλή σε σχέση με τους περιορισμούς της υφιστάμενης κατασκευής και την ανάγκη διατήρησης της όψης.

Αεροστεγανότητα και μηχανικός αερισμός

Σε όλα τα κρίσιμα σημεία του κελύφους και στις συνδέσεις των κουφωμάτων χρησιμοποιήθηκαν ελαστικά υλικά αεροστεγανότητας. Λειτουργούν ως ενδιάμεση ζώνη μεταξύ τοίχου και πλαισίου, απορροφούν τις κινήσεις και επιτρέπουν στις ιδιότητες του κουφώματος να μεταφερθούν στο κτίριο. Ο έλεγχος αεροστεγανότητας κατέγραψε 0,75 εναλλαγές αέρα ανά ώρα, τιμή που επιτρέπει την αποτελεσματική λειτουργία της θέρμανσης, της ψύξης και του αερισμού.

Τοποθετήθηκε αποκεντρωμένος ελεγχόμενος μηχανικός αερισμός με ανάκτηση θερμότητας. Οι μονάδες αμφίδρομης ροής έχουν ονομαστική απόδοση έως 93%, όμως η πραγματική μέση ανάκτηση σε συνεχή λειτουργία εκτιμήθηκε περίπου στο 40-45%. Για το κλίμα της Αθήνας, η λύση κρίθηκε απλή και οικονομική: ανανεώνει αργά και σταθερά τον αέρα, με μικρότερη θερμική επιβάρυνση από το συχνό άνοιγμα των παραθύρων. Σε κτίριο με αεροστεγανότητα πάνω από τρεις εναλλαγές ανά ώρα, η απόδοση ενός τέτοιου συστήματος μπορεί να περιοριστεί δραστικά.

Οροφές ζεστό νερό και συστήματα άνεσης

Οι οροφές θερμομονώθηκαν με 20 cm ινωδών υλικών. Στο δώμα, όπου ήταν δυνατή η αποξήλωση, χρησιμοποιήθηκε πετροβάμβακας υψηλής πυκνότητας και ακολούθησε νέα στεγάνωση. Στον χαμηλότερο όροφο η θερμομόνωση τοποθετήθηκε μέσα στην ψευδοροφή. Η συγκεκριμένη επέμβαση προστατεύει τόσο από τις ανοδικές απώλειες του χειμώνα όσο και από την έντονη θερινή επιβάρυνση της στέγης.

Ο ταμιευτήρας του ηλιακού θερμοσίφωνα τοποθετήθηκε σε κλειστό χώρο αντί να παραμείνει εκτεθειμένος πάνω από τους συλλέκτες. Έτσι περιορίστηκαν οι νυχτερινές απώλειες του ζεστού νερού. Αισθητήρας ενεργοποιεί τη συμπληρωματική θέρμανση μόνο όταν η θερμοκρασία πέσει κάτω από το επιθυμητό όριο, με καταγεγραμμένο ετήσιο κόστος περίπου 14 έως 30 ευρώ για ζεστό νερό χρήσης.

Για τη θέρμανση και την ψύξη επιλέχθηκε κεντρική μονάδα κλιματισμού χαμηλής κατανάλωσης με αεραγωγούς οροφής σε κάθε επίπεδο και αυξημένη έμφαση στην ψύξη. Η ηλεκτρική ενδοδαπέδια θέρμανση εφαρμόστηκε επιλεκτικά, όχι ως βασικό σύστημα, αλλά για την πρόσθετη αίσθηση θερμικής άνεσης από το ζεστό δάπεδο.

Καταγεγραμμένο αποτέλεσμα στην καθημερινή χρήση

Οι λογαριασμοί του διαμερίσματος κατέγραψαν συνολικό ετήσιο κόστος περίπου 300 έως 500 ευρώ για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό χρήσης. Η κατοικία λειτουργεί αποκλειστικά με ηλεκτρισμό, χωρίς λέβητα πετρελαίου ή φυσικού αερίου και χωρίς φωτοβολταϊκά. Η χαμηλή κατανάλωση προέκυψε κυρίως από τη μείωση των αναγκών και όχι από την αντικατάσταση μιας πηγής ενέργειας με άλλη.

Οι κάτοικοι περιέγραψαν αισθητή βελτίωση της θερμικής άνεσης, της ποιότητας του αέρα και του ύπνου, μαζί με σημαντικά χαμηλότερο λειτουργικό κόστος. Ο μηχανικός αερισμός αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμος στο κέντρο της πόλης, όπου η ανανέωση του αέρα χρειάζεται να γίνεται χωρίς συνεχή εισαγωγή θορύβου και ρύπων από ανοικτά παράθυρα.

Ένα πρότυπο για την Αθήνα

Η αναβάθμιση δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση της Αθήνας δεν απαιτεί απαραίτητα κατεδάφιση και νέα δόμηση. Η επανάχρηση των πολυκατοικιών του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα μπορεί να συνδυάσει τη διατήρηση της αστικής ταυτότητας με υψηλή ενεργειακή απόδοση. Η επιτυχία βρίσκεται στον συντονισμό του κελύφους, της αεροστεγανότητας, του αερισμού και των απλών συστημάτων λειτουργίας.