Άλλο χαμηλότερη τιμή και άλλο μικρότερη κατανάλωση
Η αντικατάσταση του πετρελαίου με φυσικό αέριο, αντλία θερμότητας, ξύλο ή άλλη πηγή μπορεί να μειώσει το σημερινό κόστος αγοράς της ενέργειας. Δεν μειώνει όμως αυτομάτως την ποσότητα ενέργειας που χρειάζεται το κτίριο, όταν οι θερμικές απώλειες παραμένουν ίδιες.
Η διάκριση είναι κρίσιμη. Η αγορά της ίδιας ποσότητας από φθηνότερο προμηθευτή αποτελεί αλλαγή καυσίμου ή συστήματος. Εξοικονόμηση υπάρχει όταν το κτίριο χρειάζεται μικρότερη ποσότητα για να διατηρήσει τις ίδιες συνθήκες θερμικής άνεσης.
Το κέλυφος προηγείται του εξοπλισμού
Ένα κτίριο με ανεπαρκή μόνωση και ανεξέλεγκτες διαρροές χάνει συνεχώς τη θερμότητα που παράγει το σύστημα. Ο νέος εξοπλισμός καλείται τότε να αναπληρώνει το ίδιο υψηλό θερμικό φορτίο, ακόμη και αν λειτουργεί αποδοτικότερα από τον παλιό.
Η ορθή σειρά ξεκινά με τη μείωση των αναγκών μέσω του κελύφους. Μόλις περιοριστούν οι απώλειες, το σύστημα θέρμανσης μπορεί να διαστασιολογηθεί για μικρότερο φορτίο και να επιλεγεί με βάση το κόστος, την απόδοση και τις πραγματικές συνθήκες του κτιρίου.
Το κόστος της ενέργειας δεν παραμένει σταθερό
Η επιλογή που βασίζεται αποκλειστικά στη σημερινή τιμή ενός καυσίμου παραμένει εκτεθειμένη στις οικονομικές και γεωπολιτικές μεταβολές. Η ευρωπαϊκή εμπειρία μετά τον πόλεμο και οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 έδειξαν πόσο γρήγορα μπορεί να ανατραπεί μια ενεργειακή στρατηγική που θεωρούνταν φθηνή.
Αντίθετα, η θερμική ανάγκη που εξαλείφεται δεν χρειάζεται να αγοραστεί ξανά, ανεξάρτητα από την πηγή. Η μόνιμη μείωση του φορτίου προστατεύει τον χρήστη από μεγαλύτερο μέρος των μελλοντικών διακυμάνσεων και περιορίζει τη λειτουργία του εξοπλισμού.
Η ισορροπημένη ενεργειακή αναβάθμιση
Η αντικατάσταση ενός συστήματος μπορεί να αποτελεί μέρος μιας ολοκληρωμένης αναβάθμισης, όχι όμως υποκατάστατο της. Η ενεργειακή κλάση και η τεχνολογία του εξοπλισμού δεν αρκούν, όταν η παραγόμενη θερμότητα εξακολουθεί να διαφεύγει από τοίχους, ανοίγματα και ασυνέχειες του κελύφους.
Η συνεπής προσέγγιση συνδυάζει διάγνωση, περιορισμό απωλειών και τελική επιλογή συστήματος. Έτσι η επένδυση κατευθύνεται πρώτα σε ό,τι μειώνει σταθερά τη ζήτηση και στη συνέχεια στην αποδοτικότερη κάλυψη της ενέργειας που εξακολουθεί να απαιτείται.
